Το προφίλ της Ελληνίδας αγρότισσας - Έρευνα με τη συμμετοχή 27 γυναικών από τη Σταμνά
Εκτύπωση
Συντάχθηκε απο τον/την City Voice Team on Κυριακή, 22 Απριλίου 2018 11:07   

agrotisses

Χρήσιμα συμπεράσματα αλλά κι εκπλήξεις επεφύλασσε το προφίλ της Ελληνίδας αγρότισσας όπως προέκυψε από την μεγάλη έρευνα που πραγματοποίησε η γενικής γραμματεία Ισότητας των Φύλων, μια έρευνα στην οποία συμμετείχαν και 27 αγρότισσες από την Σταμνά Αιτωλοακαρνανίας.

Όπως φαίνεται η ισότητα, με αργά αλλά σταθερά βήματα, κερδίζει έδαφος και στο χωράφι καθώς ένα από τα στοιχεία που προέκυψαν δείχνει ότι οι 6 στις 10 γυναίκες κατέχουν στην ιδιοκτησία τους καλλιεργήσιμες εκτάσεις.

Από την έρευνα προέκυψαν θετικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων είναι και η αισθητή βελτίωση του μορφωτικού επιπέδου των Ελληνίδων αγροτισσών(35,53% είναι απόφοιτες λυκείου, το 7,61% ΑΕΙ/ΤΕΙ και το 13,20% ΙΕΚ), ενώ έχουν καλή γνώση στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τα προγράμματά τους, σε ποσοστό 75% γνωρίζουν στοιχειωδώς το πρόγραμμα Word, Excel και Power Point 87%.

 
 

Επίσης η δεύτερη θετική διαπίστωση, που διαφοροποιεί τις Ελληνίδες αγρότισσες είναι το γεγονός ότι αυτές κατέχουν, κατά σοβαρή πλειοψηφία, την αγροτική γη στην Ελλάδα. Οι Ελληνίδες, βάσει των στοιχείων του ΟΠΕΚΕΠΕ του 2017, έχουν την πρωτιά στην ιδιοκτησία, καθώς πάνω από το 60% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων στη χώρα είναι εγγεγραμμένες σε γυναίκες.

Το 71,70% έχουν προσωπική αγροτική περιουσία, την οποία ως επί το πλείστον διαχειρίζονται οι 6 στις 10 γυναίκες, αν και τα στοιχεία στην συνέχεια δείχνουν ότι σε ποσοστό 73,35% η αγροτική παραγωγή ακόμα ανδροκρατείται.

Οι γυναίκες παράλληλα αναλαμβάνουν τη φροντίδα των ζώων, εποχικές εργασίες, αλλά και τη διεκπεραίωση φοροτεχνικών θεμάτων. Οι 7 στις 10 αγρότισσες δήλωσαν ότι είναι ενήμερες για τις νέες μορφές αγροτικής παραγωγής και σε ποσοστό 45% ενδιαφέρονται να ασχοληθούν μελλοντικά με αυτές. Στον αντίποδα, από τις απαντήσεις τους φάνηκε, ότι τα σημαντικότερα προβλήματα, που αντιμετωπίζουν είναι κόπωση, πολύωρη εργασία, υψηλή φορολογία από τη μια και από την άλλη χαμηλή πώληση των προίόντων.

Ένα ακόμα αξιοσημείωτο στοιχείο της έρευνα της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων είναι ότι τα σταδιακά οικογενειακά βάρη επωμίζονται και οι άνδρες αγρότες, αφού το 44% βοηθούν στο σπίτι και την ανατροφή των παιδιών, ενώ ένα 14% έχει πλήρη συμμετοχή σε αυτά.

 
 

Από την άλλη δέχονται ότι είναι η αγροτική κοινωνία είναι πατριαρχική άνω του 80% και λένε ότι οι άνδρες επωφελούνται από όλες τις κρατικές πολιτικές, είτε αυτές αφορούν το εισόδημα είτε αφορούν την επιμόρφωση, τα σεμινάρια, την ενασχόληση με τους συλλόγους.

Παράλληλα, το 61,03% δηλώνει πως εργάζεται στην αγροτική εκμετάλλευση σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης (έναντι του 32,31% που δηλώνει συνθήκες μερικής απασχόλησης) όμως η συντριπτική πλειονότητα του δείγματος διαθέτει μηνιαίο εισόδημα κάτω των 1000€. Στο 46,91% του δείχγματος τα μηνιαία εισοδήματά τους δεν ξεπερνούν τα 500 ευρώ.

«Ένα μεγάλο ποσοστό έλεγε ότι αξιοποιεί το ίδιο την γη του και από την άλλη έλεγαν ότι είναι συν βοηθούντα μέλη, ότι πολλές φορές οι άντρες τους δεν τις λογαριάζουν, όταν λαμβάνουν αποφάσεις για την διάθεση του προϊόντος ή παίρνουν τα χρήματα. Αυτό δείχνει ότι είμαστε σε μια φάση μεταβατική, όπου το παλιό υπάρχει αλλά γεννιέται και το καινούργιο. Ο δρόμος της ισότητας και στην ύπαιθρο είναι ένας δρόμος χωρίς επιστροφή, αλλά γεμάτος εμπόδια και προκαταλήψεις, όμως ένας δρόμος, που έχει ανοίξει», ανέφερε μεταξύ άλλων, μιλώντας πρόσφατα «Στο Κόκκινο Πάτρας 107,7» η αναπληρώτρια καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Μαρία Γκασούκα η οποία και διεξήγαγε την έρευνα.

 
 

 

ΔΕΙΤΕ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΤΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Σε μεγάλο ποσοστό (68,8%) είναι παντρεμένες με 2 παιδιά (50,64%) και με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο σε σχέση με το παρελθόν, καθώς το 35,53% είναι απόφοιτες Λυκείου (έναντι του 26% που είναι απόφοιτες Δημοτικού και 7,61% απόφοιτες ΤΕΙ- ΑΕΙ).

Το 79% του δείγματος ασχολείται με την παραγωγή γεωργικών προϊόντων.

Δεύτερη, σε ποσοστό, δραστηριότητα είναι η φροντίδα των ζώων (20%), ποσοστά που σχεδόν ταυτίζονται με τα ποσοστά των κλειστών ερωτήσεων της ημιδομημένης συνέντευξης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως το 71,7% του δείγματος δήλωσε ότι διαθέτει προσωπική αγροτική ιδιοκτησία.

Από τις αγρότισσες που δήλωσαν ότι διαθέτουν προσωπική αγροτική ιδιοκτησία το 62,5% τη διαχειρίζονται οι ίδιες. Οι υπόλοιπες δήλωσαν κατά 60% πως παραχώρησαν τη διαχείριση της περιουσίας τους στον άνδρα τους ήδη από την έναρξη του γάμου τους.

Από τα συγκεκριμένα στοιχεία προκύπτει πως έχουμε υπέρβαση της μακραίωνης πατριαρχικής πρακτικής πως κατά κανόνα οι άνδρες διαχειρίζονται τη θηλυκή περιουσία ερήμην των ιδιοκτητριών της, όπως επίσης αποδυνάμωση του εύρους της αντίληψης περί γενικευμένης τοποθέτησης των αγροτισσών στο ρόλο των «συμβοηθούντων μελών» της αγροτικής εκμετάλλευσης.

Παράλληλα, το 61,03% δηλώνει πως εργάζεται στην αγροτική εκμετάλλευση σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης (έναντι του 32,31% που δηλώνει συνθήκες μερικής απασχόλησης) όμως η συντριπτική πλειονότητα του δείγματος διαθέτει μηνιαίο εισόδημα κάτω των 1000€.

Μόλις το 14% ξεπερνά τα 1000 ευρώ μηνιαίως, και από το υπόλοιπο το 46,91 δεν ξεπερνά τα 500 ευρώ μηνιαίως, γεγονός που συνδέεται ευθέως με τις αρνητικές τους απόψεις όσον αφορά την ασφάλιση και τη συνταξιοδότησή τους, όπως θα δούμε παρακάτω.

Το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ελληνίδες αγρότισσες, σύμφωνα με τις απόψεις του δείγματος, είναι η καθημερινή κοπιώδης και απαιτητική χειρονακτική εργασία ( 9,93%). Έπεται η υψηλή φορολογία που απομειώνει περαιτέρω το ήδη χαμηλό εισόδημα, με την πολύωρη απασχόληση να αποτελεί την τρίτη επιλογή (Μ 9,29). Ζητήματα όπως η έλλειψη υποστηρικτικών δομών για την οικογένεια (Μ 8,21) και το έλλειμμα συμμετοχής του συζύγου στις ενδοοικογενειακές υποχρεώσεις (Μ 7,96) δεν βρίσκονται στην πρώτη γραμμή όσων θεωρούν προβλήματα και η αδυναμία συμφιλίωσης οικογενειακής-επαγγελματικής ζωή βρίσκεται ακόμα πιο κάτω στον πίνακα ιεράρχησης (Μ 7,61), ενώ στα χαμηλότερα επίπεδα της κλίμακας παρατηρούμε το κατώτερο εισόδημα σε σχέση με αυτό των ανδρών της οικογένειας (Μ 7,56), αλλά και το έλλειμμα της οικονομικής τους ανεξαρτησίας (Μ 7,38).

Η σειρά αξιολόγησης, κατά την άποψή μας, επιβεβαιώνει τον πατριαρχικό τρόπο κοινωνικοποίησής τους και την αποδοχή της αντίληψης πως είναι κατά κάποιον τρόπο «φυσιολογικό» το γεγονός, αλλά και την υποχώρηση των δικών τους θηλυκών αναγκών μπροστά στις ανάγκες των άλλων μελών της οικογένειας κι ιδιαίτερα των παιδιών, ενώ φαίνεται μάλλον να απαξιώνουν ως πρόβλημα το έλλειμμα ενθάρρυνσης του οικογενειακού περιβάλλοντος (Μ 6,84)

Σε ό,τι αφορά στις έμφυλες κοινωνικές, αλλά και διαπροσωπικές σχέσεις προκύπτουν

ενδιαφέρουσες αν και κάποιες φορές αντιφατικές τοποθετήσεις. Στο ερώτημα κατά πόσον οι άνδρες αγρότες είναι αυτοί που τελικά συμμετέχουν κατά πλειοψηφία στην τοπική πολιτική ζωή, την τοπική αυτοδιοίκηση, στους αγροτικούς συνεταιρισμούς, σε τοπικούς συλλόγους οποιουδήποτε είδους κλπ. και εξ αιτίας της περιορισμένης συμμετοχής τους στα καθήκοντα του νοικοκυριού, η πλειοψηφία του δείγματος συμφωνεί σε ποσοστό 80% περίπου.

Με το ίδιο ποσοστό συμφωνούν πως οι αγρότες είναι αυτοί που τελικά συμμετέχουν κατά πλειοψηφία στην τοπική πολιτική ζωή και την τοπική αυτοδιοίκηση, στους αγροτικούς συνεταιρισμούς, σε τοπικούς συλλόγους οποιουδήποτε είδους κλπ. και εξ αιτίας της περιορισμένης συμμετοχής τους στα καθήκοντα του νοικοκυριού.

Αντίστοιχα είναι τα αποτελέσματα σχετικά με την άποψη των αγροτισσών για το μεγαλύτερο όφελος που λαμβάνουν οι άνδρες αγρότες από τα προγράμματα γεωργικής εκπαίδευσης ( 72% ), στοιχεία που θα επιβεβαιώσει και η παρακάτω συνέντευξη.

Την ανδρική υπεροχή στη λήψη των αποφάσεων όσον αφορά την οικογενειακή γεωργική εκμετάλλευση και ιδιαίτερα τη διάθεση και την τιμή των προϊόντων που παράγονται στο πλαίσιό της, επεσήμαναν οι ερωτώμενες αγρότισσες σε ποσοστό 78,97% του δείγματος.

Σε πλήρη ταύτιση με τα προηγούμενα ερωτήματα οι αγρότισσες θεωρούν ότι έχουν δευτερεύοντα λόγο στην οικογενειακή εκμετάλλευση, ακόμη και αν χαρακτηρίζονται ως αρχηγοί για φορολογικούς, ασφαλιστικούς και άλλους λόγους (66,15%).

Κι εδώ επισημαίνεται ένα οξύμωρο και αντιφατικό γεγονός, καθώς σημαντικός αριθμός αυτών των γυναικών είναι κάτοχοι ιδιοκτησίας, την οποία όπως δήλωσαν παραπάνω εκμεταλλεύονται οι ίδιες. Αναδεικνύεται δηλαδή η γνωστή αναντιστοιχία μεταξύ της υλικής πραγματικότητας των γυναικών και της έμφυλης κοινωνικής συνείδησης και πρακτικής.

Κι είναι προφανές από τα δεδομένα που προκύπτουν, πως ο χώρος της αγροτικής οικονομίας δομείται ως ένας ανδροκεντρικός χώρος τόσο σε επίπεδο συμβόλων όσο και σε επίπεδο καθημερινής πρακτικής και οι αγρότισσες κατανοούν το γεγονός καθώς, σύμφωνα με την άποψή τους, «η αγροτική οικονομία αποτελεί ανδροκρατούμενο ακόμα χώρο» (73,34%).

Εκφάνσεις του δε θεωρούν το ότι υπάρχει απουσία των γυναικών από τα όργανα των αγροτικών συλλογικών οργανώσεων (Μ8,19), διατηρούνται ακόμα στην κοινότητα παραδοσιακές αντιλήψεις για τους ρόλους των ανδρών και γυναικών στην οικογένεια και την κοινωνία (Μ 7,61) και ότι υπάρχουν γυναικείες και ανδρικές εργασίες στο πλαίσιο της αγροτικής εκμετάλλευσης (Μ 7,43).

Ακόμα σε σημαντικό ποσοστό (Μ 7,25) πιστεύουν πως οι γυναίκες που ασχολούνται στον αγροτικό τομέα παραγωγής θεωρούνται περισσότερο σαν συμβοηθούντα μέλη της οικογενειακής εκμετάλλευσης και λιγότερο ως επαγγελματίες αγρότισσες, παρά το προαναφερόμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς.

Αντίθετα, φαίνονται διστακτικές στο να δεχθούν την άποψη σύμφωνα με την οποία υπάρχει ισχυρή παρουσία των γυναικών στην τοπική κοινωνική ζωή, παρά τις προκαταλήψεις και τις αναχρονιστικές αντιλήψεις που εξακολουθούν σε ένα βαθμό να ισχύουν στις αγροτικές κοινωνίες (Μ 6,59%).

Παρά τις ανωτέρω εκτιμήσεις, οι ερωτώμενες συμφωνούν ότι διαμορφώνονται σήμερα σημαντικότερες προοπτικές στο επάγγελμα των αγροτισσών, το οποίο μπορεί να δώσει λύση στο πρόβλημα της ανεργίας των γυναικών, ιδιαίτερα δε των νέων γυναικών, επιβεβαιώνοντας την προσδοκία πως είναι δυνατή η προσέλκυση νέων γυναικών και ανέργων στην ύπαιθρο, που δημιουργούν κυρίως οι νέες μορφές γεωργικής παραγωγής (βιολογικά προϊόντα, καλλιέργειες φιλικές προς το περιβάλλον, δυναμικές καλλιέργειες, εναλλακτικές μορφές τουρισμού κ.α.), αλλά και η κοινωνική οικονομία ευρύτερα.

Οι θετικές αποκρίσεις ανήλθαν στο 50% του

δείγματος. Τα βιολογικά προϊόντα αποτελούν τη σημαντικότερη, νέας μορφής γεωργικής παραγωγής, δυνατότητα για τις αγρότισσες (Μ 7,53).

Ακολουθεί η μεταβολή στην τυποποίηση των αγροτικών προϊόντων (Μ 7,04) αλλά και οι εναλλακτικές μορφές τουρισμού (Μ 6,9). Οι δυναμικές καλλιέργειες έλαβαν την τελευταία θέση της κλίμακας (Μ 6,04).

Όσον αφορά τις ενέργειες που χρειάζεται να κάνει η Πολιτεία για την ενίσχυση της ενασχόλησης των αγροτισσών με τη βιολογική καλλιέργεια οι ερωτώμενες και ιδιαίτερα οι νέες δίνουν άμεση προτεραιότητα στην προσφορά περαιτέρω αγροτικής συμβουλευτικής (Μ 9,88) και στη δημιουργία κοινωνικών υποστηρικτικών δομών (Μ 9,81).

Με μικρή διαφορά έπεται η βελτίωση του φορολογικού συστήματος (Μ 9,73).

Στην τελευταία θέση της κατάταξης

βρέθηκαν οι περισσότερες ευκαιρίες κατάρτισης/συμμετοχής σε επιμορφωτικά προγράμματα (Μ 9,11). Στο σύνολο των κριτηρίων ο μέσος όρος κυμάνθηκε άνω του 9, γεγονός που υποδεικνύει την ανάγκη για ενεργοποίηση της Πολιτείας προς όλες τις κατευθύνεις.

Ολοκληρώνουμε με τις απαντήσεις των λίγων συνεταιρισμένων σε γυναικείους αγροτουριστικούς συνεταιρισμούς που έλαβαν μέρος στην έρευνα, σύμφωνα με τις οποίες πρωταρχικό παράγοντα συμμετοχής τους αποτελεί η πεποίθηση ότι οι γυναίκες έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τους άνδρες στο συνεταιρίζεσθαι (Μ 2,58). Ακολουθεί η αντιμετώπιση της ανεργίας (Μ 2,57) και η εμπιστοσύνη στη συλλογική δραστηριότητα και συνεργασία (Μ 2,51).

Αντίθετα η αποφυγή της αποκλειστικής ενασχόλησής με τις οικιακές εργασίες και την ανατροφή των παιδιών έλαβε την τελευταία θέση της κατάταξης (Μ 2,08).

thebest.gr